Ελληνογενής (< κόσμος + πόλις/ πολίτης) ξένος όρος (< γαλλ. cosmopolitisme). Μαρτυρείται από το 1831.
Διεθνιστική θεωρία σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι κατ’ αρχήν πολίτης του κόσμου και δευτερευόντως μέλος ενός κράτους ή έθνους.
Η λέξη χαρακτηρίζει, επίσης, τη σκέψη και τον τρόπο ζωής του κοσμοπολίτη, ο οποίος ταξιδεύει συχνά σε πολλές κοσμοπόλεις, στις οποίες διαβιούν ή διέρχονται άνθρωποι κάθε εθνικότητας, προσαρμόζεται άνετα σε διαφορετικές κάθε φορά νοοτροπίες, αντιλήψεις και συνήθειες και δέχεται και αφομοιώνει επιρροές από πολλές και διαφορετικές κοινωνίες και πολιτισμούς.
Πρώτος ο σοφιστής Αντιφών (5ος αι. π.Χ.) καλλιέργησε ένα κοσμοπολιτικό φρόνημα και ακολούθησαν οι Στωικοί φιλόσοφοι, οι οποίοι - βαθαίνοντας τη θεωρία των Κυνικών για μια παγκόσμια πολιτεία - διακήρυξαν το ιδανικό του παγκόσμιου κράτους και της συναδέλφωσης της ανθρωπότητας και τον καθολικό δεσμό όλων των ανθρώπων, διατυπώνοντας το περίφημο δόγμα «ὅπου γῆ και πατρίς».